ветep


ветep
ο άνεμ/ος
ο αέρας
двигаться с попутным - ром πηγαίνω με ούριο - ο, αρμενίζω με (άνεμο) πρίμα
против - ра αντιπλέω, πλέω κόντρα στον - о
боковой - πλάγιος -
встречный - αντίθετος - , αντίπρω-ρος -
геострофический - γεωστροφικός -
градиентный - της βαροβαθμίδας
ката-батический - καθοδικός -
крепкий - σφοδρός -
лёгкий - ασθενής/ελαφρός -
очень крепкий - ορμητικός -
попутный - ούρι-ος/ευνοϊκός -
постоянный - σταθερός - , διαρκής -
свежий - δροσερός -
сильный - ισχυρός/δυνατός -
слабый - ελαφρύς/λεπτός -
умеренный - μέτριος -
ураганный - καταιγιστικός -
холодный - τσουχτερός/πα-γερός -
шквалистый - ο πέμφιξ, αιφνίδιος δυνατός -
штормовой - η (ανεμοθύελλα/καταιγίδα
ВЕТРЫ ΑΝΕΜΟΙ
ВЕТЕР ΑΝΕΜΟΣ
НАЗВАНИЕ ΟΝΟΜΑΣΙΑ (επίσημη και λαίκή)
Северный (Ν) Βόρειος (Β)
Северный (норд) Βορράς/Βοριάς (Τραμουντάνα)
Северо-северо-восточ-ный (NNE) Βόρειος- Βορειοανατολικός (ΒΒΑ)
Северо-северо-восточ-ный (норд-норд-ост) Μεσοβορράς (Γραιγοτραμουντάνα)
Северо-восточный (NE) Βορειοανατολικός (ΒΑ)
Северо-восточный (норд-ост) Μέσης (Γραίγος)
Восточно-северовосточный (ENE) Ανατολικός-Βορειοανατολικός (ΑΒΑ)
Восточно-северовосточный (ост-норд-ост) Μεσαπηλιώτης (Γραιγολεβάντες)
Восточный (Ε) Ανατολικός (Α)
Восточный (ост) Απηλιώτης (Αεβάντες)
Восточно-юго-восточиый (ESE) Ανατολικός-Νοτιοανατολικός (ANA)
Восточно-юго-восточный (ост-зюйд-ост) Ευραπηλιώτης (Σοροκολεβάντης)
Юго-восточный (SE) Ι Νοτιοανατολικός (ΝΑ)
Юго-восточный (зюйд-ост) Εύρος (Σιρόκος)(SSE) Νοτιο-Νοτιοανατολικός (ΝΝΑ)
Юго-юго-восточный (зюйд-зюйд-ост) Ευρόνοτος (Οστριασιρόκος)
Южный (S) Νότιος (Ν)
Южный (зюйд) Νότος/Νοτιάς (Όστρια)
Юго-юго-западный (SSW) Νότιο-Νοτιοδυτικός (ΝΝΔ)
Юго-юго-западный (зюйд-зюйд-вест) Αιβόνοτος (Οστριογαρμπής)
Юго-западный (SW) Νοτιοδυτικός (ΝΔ)
Юго-западный (зюйд-вест) Αιψ, Λιβός, Αίβας (Γαρμπής)
Западно-юго-западный (WSW) Δυτικός-Νοτιοδυτικός (ΔΝΔ)
Западно-юго-западный (вест-зюйд-вест) Λιβοζέφυρος (Πουνεντογάρμπης)
Западный (W) Δυτικός (Δ)
Западный (вест) Ζέφυρος (Πουνέντες)
Западно-северо-западный (WNW) Δυτικός-Βορειοδυτικός (ΔΒΔ)
Западно-северо-западный (вест-норд-вест) Σκιρωνοζέφυρος (Πουνεντομαΐστρος)
Северо-западный (NW) Βορειοδυτικός (ΒΔ)
Северо-западный (норд-вест) Σκίρων (Μαΐστρος)
Северо-северо-западный (NNW) Βόρειο-Βορειοδυτικός (ΒΒΔ)
Северо-ссверо-западный - (норд-норд-вест) Σκιρωνοβορράς (Μαϊστροτραμουντάνα)

Русско-греческий словарь научных и технических терминов. . 2009.


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.